Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς «Σήμερα μαύρος ουρανός» ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ



Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής ομάδες παιδιών γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν το μοιρολόι«Σήμερα μαύρος ουρανός», γνωστό και ως «Μοιρολόι της Παναγίας».

Το μοιρολόι κρατά περίπου μια ώρα. Όταν τελειώνει, αφού ξεκουραστούν, ψάλουν άλλα τροπάρια.

Τα Κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής τείνουν σήμερα να εκλείψουν.

Ακολουθεί αναδημοσίευση από

http://users.sch.gr/aiasgr/Theotokos_Maria/Ymnoi/To_moiroloi_ths_Panagias.htm
Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς «Σήμερα μαύρος ουρανός» ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ
Το ευρύτατα διαδεδομένο σ' όλο τον ελληνικό χώρο Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς είναι ένα μεσαιωνικό μακροσκελές ομοιοκατάληκτο στιχούργημα λόγιας προέλευσης, αλλά εντυπωσιακά πλατιάς λαϊκής αποδοχής. Επηρεασμένο από τις σχετικές περικοπές των Ευαγγελίων και την υμνογραφία της Εκκλησίας αποτελεί έναν ανθρωποκεντρικό αφηγηματικό θρήνο για τη μαρτυρική πορεία του Χριστού προς τον σταυρικό θάνατό Του, ιδωμένη μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα της τραγικής του μάνας. Τραγουδισμένο από τις γυναίκες γύρω από τον "τάφο" του Χριστού, κατά το ήθος και το ύφος των οικείων τους κοσμικών μοιρολογιών, εκφράζει τη συμπόνοια, την ταύτισή τους με τη μητρική, ανθρώπινη πλευρά της Παναγιάς. Ωστόσο ο τρόπος της τελετουργικής του επιτέλεσης αποκαλύπτει τις προχριστιανικές ρίζες του εθίμου.

Αν και υπάρχουν κατά τόπους διαφορές, σε επί μέρους στοιχεία του τραγουδιού ή στη μελωδική του εκφορά, η δομή και η φόρμα του Μοιρολογιού καθώς και η λειτουργία του παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες από την Κάτω Ιταλία μέχρι τον Πόντο και την Κύπρο. Η συνέχεια της αφηγηματικής ροής, όπως προκύπτει μέσα από την αλληλοδιαδοχή των αποσπασμάτων διαφορετικής προέλευσης που αποτολμήσαμε, το κάνει εμφανές.
ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Κείμενο της Μιράντας Τερζοπούλου).

Ο Φώτης Κόντογλου σε κείμενό του με τίτλο "Σήμερον κρεμάται" (περιλαμβάνεται στο βιβλίο ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ - Η δοκιμασία του λογικού, Εκδόσεις Αρμός 2001, σελ. 90-92), παραθέτει αυτούσια την πιο γνωστή και διαδεδομένη παραλλαγή του Μοιρολογιού της Παναγίας :

Σήμερον μαύρος ουρανός,


σήμερον μαύρη μέρα,

σήμερον εσταυρώσανε,
τον πάντων βασιλέα.
Σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερον έβαλαν βουλήν
οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά
οι τρισκαταραμένοι.

Σαν κλέφτη τον επιάσανε
και σαν φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές
εκεί τον τυραγνάνε.
Κι' η Παναγιά η δέσποινα
κ' οι άλλες οι γυναίκες
έπιασαν το στρατί στρατί,
στρατί το μονοπάτι.

Το μονοπάτι τς' έβγαλε
μεσ' στου ληστή την πόρτα.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά,
κανέναν δεν γνωρίζει.
Τηρά και δεξιώτερα
βλέπει τον Άγιο Γιάννη
-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε
και βαπτιστή του γυιού μου
μην είδες τον υιγιόκα μου
και σένα δάσκαλό σου;
-Δεν έχω γλώσσα να σου πω
γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμο,
για να σού τονε δείξω.

Βλέπεις εκείνον τον γυμνό,
τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο
στο αίμα βουτημένο;
Οπούναι τα ματάκια του
ραμμένα με μετάξι,
κι οπού φορεί στην κεφαλή
αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γυιόκας σου
και μένα δάσκαλός μου.


ΘΕΣΣΑΛΙΑ
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα


σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται

σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι

βάλανε βουλή και τα σκυλιά οι τρισκαταραμένοι.
για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων βασιλέα.
Κι ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνο μυστικό, για να τον λάβουν όλοι.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της
τις προσευχές της έκανε για τον μονογενή της.

ΘΡΑΚΗ

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα


σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται

σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων βασιλέα.
Κι ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνο μυστικό, για να τον λάβουν όλοι.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της
τας προσευχάς της έκανε για τον μονογενή της.

ΦΟΥΡΝΟΙ ΙΚΑΡΙΑΣ 1

-Ας έρθ' η Μάρθα κι η Μαριά και του Λαζάρου η μάνα


και του Προδρόμου η αδερφή κι οι τέσσερις αντάμα.

Επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και ο στρατίς τους έβγαλε στ' ατσίγγανου την πόρτα.
-Ώρα καλή σ' ατσίγγανε κι ίντα που μαστορεύεις;
-Οβραίοι μου παραγγείλανε καρφιά για να τους φιάξω,
μου παραγγείλαν τέσσερα, μα' γώ τους φτιάχνω πέντε.
-Σύ Φαραέ που τά 'φτιαξες, εσύ θα μου διδάξεις.
-Τα δυο θα μπουν στα χέρια του και τ' άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό θα μπει μες στην καρδιά του.



ΦΟΥΡΝΟΙ ΙΚΑΡΙΑΣ 2

-Άντε μωρέ ατσίγγανε, στάχτη να μη ποτάξεις


μηδέ διπλό πουκάμισο στη ράχη σου μη βάλεις.

Επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες στου ληστού την πόρτα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστού και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά, κανένα δε γνωρίζει,
τηρά και δεξιότερα, βλέπει τον άι-Γιάννη.


ΠΟΝΤΟΣ

Βλέπεις εκείνον τον γυμνόν, τον παραπονεμένον,


όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,

όπου φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι,
εκείνος είν' ο γιόκας σου και 'με ο διδάσκαλός μου.




ΜΑΡΜΑΡΑΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

Φωνή εξήλθ' εξ ουρανού


Φωνή εξήλθ' εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα.

Σώνουν κυρά μου οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες
και τον υιόν σου πιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τας αυλάς, εκεί τον τυραννάνε.
Η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθη,
σταμνιά νερό της ρίξανε όσο να 'ρθεί ο νους της
κι απάνω που συνέφερε, τούτον τον λόγο λέγει.



ΡΕΪΖΝΤΕΡΕ ΕΡΥΘΡΑΙΑΣ, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ

Άι-άι μου Γιάννη Πρόδρομε και βαφτιστή του γιου μου,


που εί- που είναι 'με ο γιούκας μου και 'σε ο δάσκαλός σου.

-Δεν έ- έχω στόμα να στα πω, γλώσσα να στα μιλήσω
κι ούτ η- κι ούτ' η καρδιά μου τα βαστά να σου τα μολοήσω.




ΜΠΑΪΝΤΙΡΙ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

Η Παναΐα τ' άκουσε, πέφτει λιγοθυμάει


νερό σταμνιά την περεχούν, τρία γυαλιά του μόσχου,

τέσσερα το ροδόστατμο ώστε να συνεφέρει,
κι απάνω που συνέφερε τούτο το λόγο λέγει.
- Δεν έχ' γκρεμό να γκρεμιστώ για το μονογενή μου
δεν έχ' μαχαίρι να σφαγώ για το μονογενή μου
δεν έχ' σκοινί να κρεμαστώ για το μονογενή μου.
Απολογιέται κι ο Χριστός της μάνας του και λέγει.
- Μάνα μ' αν γκρεμιστείς εσύ, γκρεμιέτ' όλος ο κόσμος,
μάνα μου αν σφαγείς εσύ, σφάζετ' όλος ο κόσμος,
μάνα μ' αν κρεμαστείς εσύ, κρεμιέτ' όλος ο κόσμος.
Πάρτο μάνα μου υπομονή, να πάρ' όλος ο κόσμος.
Άντε μάνα μου στο καλό και διάφορο δεν έχεις,
μόν' το μεγάλο Σάββατο κάτσε να μ' απαντέχεις.

ΜΥΤΙΛΗΝΗ

Πηγαίνει στο σπιτάκι της και στρώνει το τραπέζι


κι έκατσε και περίμενε τον ερχομό του γιου της.

Πέρασε και η αγιά Καλή και την καλησπερίζει.
- Ποιός είδε γιο εις το σταυρό και μάνα στο τραπέζι.
- Άντε και σύ αγιά Καλή, νά 'σαι καταραμένη,
παπάς να μη σε λειτουργά, διάκος να μη σε ψέλνει,
μόνο στην άκρη του γιαλού το κύμα να σε δέρνει.
Το λόγο δεν τελείωσε κι ανοίξαν τα ουράνια,
βλέπει το γιό της κι έρχεται σα φως και σα λαμπάδα.


ΚΥΠΡΟΣ
Άρκοντες αφικράστε μου της Δέσποινας τον θρήνον


πώς κλαίει τον μονογενή εις τον Σταυρόν εκείνον.

Αδέ μαντάτο σκοτεινόν και μέρα λυπημένη
που ήρτε σήμερον σ' εμέ, την πολοπικραμένη.
Πού πιάσαν τον Υιούλην μου κι έμεινα ορφανεμένη
κι ο κόσμος κλαίει ουρανέ κι η γη σκοτεινιασμένη.
Ο ήλιος εσκοτίστηκεν κι όλον το φως εχάθη
και το φεγγάριν τ' ουρανού κατά πολλά επικράνθη.
Όρη αναστενάξετε και πέτρες ραϊστείτε
και ποταμοί στραγγίσετε και δένδρα μαραθείτε.

ΚΥΠΡΟΣ

Άρκοντες αφιγκράστε μου της Δέσποινας τον θρήνον


που κλαίει τον μονογενήν εις τον σταυρόν εκείνον.


Αδέ μαντάτον σκοτεινόν τζιαι μέρα λυπημένη
που ήρτεν σήμερον σε μεν την πολλοπικραμένην.

Αδέ χαράν που δκιάβασα τζι' εγέννησα τον ήλιον
τον φόον που επέρασα στης γέννησης τον σπήλιον
για τον Ηρώδην τον πικρόν μεν χάσει το βασίλειον.

Γρυσόν δεντρόν εβλάστησεν ο εύσπλαχνος υιός μου
τζ' έβκαλεν κλώνους δώδεκα για σιεπασμόν του κόσμου.

Τωρά οι κλώνοι κόπηκαν τα φύλλα μαραθήκαν
τζι' η βρύση εσταμάτησεν, όλα εξερανθήκαν.

Ιούδας τον επρόδωσεν αργύρια τριάντα
τζι' ενόμισεν ο μιαρός πως θα τα έσιει πάντα.

Τζι' ο κωμοδρόμος άνομος απού να δκιακονήσει
μήτε ψουμίν να 'βρει να φα, με ρούχον να φορήσει.

Είπαν του κόψε τέσσερα, τζιαι τζιείνος κόφκει πέντε
νήεν κοπούν τα γρόνια του να μείνουν μέρες πέντε.

Πέντε καρ(φ)κιά εβάλασιν επάνω στον υιόν μου
τζι' εκάμαν Τον τζι' εφύρτηκεν το φως των οφθαλμών μου.

Ω! Πανσεβάσμιε σταυρέ ξύλον ευλογημένον
όπου βαστάζεις τον Θεόν πάνω σου κρεμασμένον.

Σκύψε σταυρέ να δυνηθώ, να τον καταφιλήσω
τον ποιητήν μου και Θεόν να τον ποσιαιρετήσω.

Όρη αναστενάξετε και πέτρες ραγιστείτε
Και ζωντανοί τες λύπες μου κλάψετε και θρηνείτε.

Κλάψετε χήρες κι ορφανά, όλοι την συντροφιά σας
κλάψετε τον διδάσκαλον και την παρηγοριάν σας.

Τζιαι που μασιέριν να σφαώ τζιαι που κρεμόν να δώσω
τζιαι που ποτάμιν σύθθολον να μπω να παραδώσω.

Τζι' η Δέσποινα που το 'βκαλεν προφήτισσα λοάτε
τζιείνης πρέπει η δόξασις τζ' εμέναν τ' ως πολλά 'τε.



Με τίτλο Κάλαντα του Πάσχα από http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=30773
Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα, 




σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπιούνται.

Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι, 

άνομοι, παράνομοι και τρισκαταραμένοι, 

για να σταυρώσουν το Χριστό των Πάντων Βασιλέα.

Χαλκιά, Χαλκιά, φκιάσε καρφιά, φκιάσε τρία περόνια.

Κι αυτός ο τρισκατάρατος στάνει και φκιάνει πέντε.

Εσύ Χαλκιά, που τ’άφτιακες εσύ να τα διατάξεις.

Εγώ, εγώ που τ’άφτιακα εγώ θα τα διατάξω.

Τα δυο’βαλα στα πόδια του, τ’άλλα τα δυο στα χέρια, 

Το πέμπτο το φαρμακερό βάζω μέσ’την καρδιά του.

Η Παναγιά σαν τ’άκουσε βαριά ελιποθύμα

Ζητά μαχαίρι να σφαγεί γκρεμό να παει να πέσει.

Ζητά φωτιά να γκρεμιστεί για τον μονογενή της.

Μαρία η Μαγδαληνή και του Χριστού η μητέρα

Μαρία η Μαγδαληνή και του Χριστού η μητέρα

Παίρνουνε το στρατί στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το πρωί τους έβγαλε μες του ληστού τη πόρτα.

Άνοιξε πόρτα του ληστού και πόρτα του Πιλάτου.

Η πόρτα απο το φόβο της άνοιξε μοναχή της

Κοιτά δεξιά, κοιτά ζερβά τίποτε δεν εβλέπει

Κοιτά και δεξιότερα, βλέπει τον Ιωάννη.

Ιωάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου

Μην είδες τον Μονογενή και σε διδάσκαλο σου;

Κοίταξε Εκείνον τον χλωμό, τον παραπονεμένο, 

όπου φορεί ποκάμισο, στο αίμα βουτηγμένο.

Αυτός είναι ο Μονογενής και με διδάσκαλος μου.


Ακολουθεί αναδημοσίευση από 
http://neospalamedes.blogspot.gr/search/label/%CE%9C%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%B1
Το δημοτικό άσμα «Σήμερα μαύρος ουρανός»
(Απο τυχαία παραλλαγή και άδηλη πηγή)

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.

Σήμερα όλα θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι.

Οι άνομοι, οι παράνομοι, οι τρισκαταραμένοι.

Για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων Βασιλέα.

Το Φαραώ παρήγγειλαν να κάνει τρία πιρόνια.

Κι αυτός ο σκυλοφαραώς βάζει και φτιάνει πέντε.

Σύ Φαραέ που τά ‘κανες κάτσε να μας διδάξεις.

Τα δυο βάλτε στα πόδια του, τ' άλλα τα δυο στα χέρια.

Το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του.

Να τρέξει αίμα και νερό να πληγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθη.

Στάμνες νερό την έριχναν, τρία κανάτια μόσχο

Και τρία μυροδόσταμνα, για να της έρθει ο νους της.
Και σαν την ήρθε ο λογισμός και σαν την ήρθε ο νους της

Ζητεί μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει

Γκρεμό να πάει να γκρεμιστεί για το μοναχογιό της.


Η Μάρθα κι η Μαγδαλινή και του Λαζάρου η μάνα

Και του Ιακώβ η αδερφή, οι τέσσερις αντάμα

Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι.

Το μονοπάτι τ'ς έβγαλε μέσ' του ληστή την πόρτα.




Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχιά της.

Κοιτάει δεξιά, κοιτάει ζερβά, κανένα δεν γνωρίζει.

Κοιτάει δεξιότερα, βλέπει τον Ιωάννη.

-Γιάννη μου, Γιάννη Πρόδρομε κι εσύ Διδάσκαλέ μου

μην είδες τον ιγιόκα μου και τον Διδάσκαλό σου;


Δεν έχω στόμα να στο πω, γλώσσα να σου μιλήσω.

-Βλέπεις εκείνον τον φτωχό, τον παραπονεμένο,

όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;

Εκείνος είν' ο γιόκας σου κι εμέ ο Δάσκαλός μου.

Κι η Παναγιά πλησίασε, κρυφά τον εμιλάει

-Δεν μου μιλάς ιγιόκα μου, δεν μου μιλάς παιδί μου.




-Τι να σου πω μανούλα μου, διάφορα δεν έχω.

Όποιος τ' ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει

Κι όποιος καλά το κράζει, Παράδεισο θα λάβει.



ΕΥΒΟΙΑ

ΤΡΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ
Tre variazioni del "Lamento della Madonna" dall' Eubea
(-με ανεπαίσθητες δικές μας μικροεπεμβάσεις - όπως λέει εδώ, απο το το αρχείο του λαογράφου Μήτσου Χρ. Σέττα)
1. Σήμερα μαύρος ουρανός
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.

Σήμερα τ' άστρι χλίβεται κι ταϊ βουνά λυπώνται.

Τα Δάσκαλό μας πιάσανε οι γιάνομοι Εβραίοι.

Δεμένο τονέ πήρανε σαν αληστή τον πάνε.

Δεμένο τονέ πήρανε στα Φαραγό τον πάνε.

Μα συ, βρε γύφτο Φαραγέ, φκιάσ' μας τρία πηρόνια.

Κι' κείνος ί παράνομος βαρεί κι' φκιάνει πέντε.

Μα συ απού τα έφκιαξες πρέπει να μας διατάξεις.

Τα δυο βάλτε τ' στα χέρια του, τα δυο στα δυο του πόδια.

Το τρίτο το φορμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να τρέξει αίμα κι' νερό από τα σωθικά του.

Κι Αι-Μαρίνα [μάνα τ'] λούζεται μέσ' στα Χρυσό λαένι.Κι Αι-Ελένη απέρασε κι' την καλημεράει.Συ, Αι-Μαρίνα μ’ λούζεσαι μες στο χρυσό λαένι.

Τα γυιό σου τονε κάρφωσαν οι γιάνομοι Εβραίοι.

Φέρτε μαχαίρι να σφαγού, γκρεμνός να πέσω κάτω.

Συ, Αι-Μαρίνα μ', κι αν σφαγείς σφαγιώνται μάνες ούλες.Σύ, Αι-Μαρίνα μ', κι αν γκρεμιστείς γκρεμιώνται μάννες ούλες.

Βάντε κρασί μεσ' στο γυαλί κι αφράτο καπσιμάδι,

να κάνω την παρηγοριά να νέχουνε μανάδες.

Του ‘λέπεις κείνο του Δεντρί, αλλού ψηλά δεν είναι.

Μα Δέντρος ήτανε Χριστός κι' φύλλα του ‘μαρτύροι,

που μαρτυρσούσαν κι έλεγαν κι' του Χριστού τα Πάθια.

Μα ‘πόψε φίλους φίλευα, ‘πόψε φίλους φιλεύω.

Τη(ν] Παναϊά κι' το Χριστό, τα δώδεκα Ευαγγέλια.

Για να μου δώσουν τα κλειδιά, κλειδιά τα παρακλείδια.Να ‘νοίξω τον παράδεισο, νω ιδώ τι έχει μέσα.

Δεξιά μεργιά φτωχολογιά στον ήλιο, στον προσήλιο

κρατούνε κι στα χέρια τσου' σακκούλες βουλωμένες.

Παρακαλούνε οι άρχοντοι, παρακαλούν η φτώχεια.

Δομήτε μας κι ‘μάς, πηδιά, ‘που μια χρυσή λαμπάδα.Να σας δανείσωμε φλουρία, σακκούλες βουλωμένες.

Μα ‘δώ χρέια δε δίνουνε, χαράτσια δε(ν) πληρώνε.

Περνάει λιβάνι κι' κερί και καθαρή ψυχούλα.

(από το χωριό Αμέλαντες Ευβοίας)

2. Του Επιταφίου

Σήμιρα μαύρος ουρανός, σήμιρα μαύρη μέρα,

σίμιρα όλοι χλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,

Σίμιρα πιάσαν το Χριστό οι άνομοι Ηβραίαι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κ' οι τρισκαταραμένοι.

Σα(ν) κλέφτη τονέ πιάσανε και σα φονιά τον πάνε

και σαν αδικοχαλαστή πάνε να τον χαλάσουν.

Από κειδά τον πήρανε και στο χαλκιά τον πάνε
Χαλκιά, χαλκιά, φκιάσι καρφιά, φκιάσι τρία πηρούνια.

Και κείνος ο παράνομος βαρεί κι φκιάνει πέντε.

Μα συ απού τα έφξκιαξες πρέπει να μας διατάξεις:

Τα δυο βάλτι στα χέρια του, τα δυο στα δυο του πόδια,

το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.

(από το χωριό Γαλατσώνα Ευβοίας)

3. Το μοιρολόι της Παναγιάς

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα εσταυρώσανε των πάντων βασιλέα.Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά, οι τρισκαταραμένοι,

για να συλλάβουν τον Χριστό, να παν να τον σταυρώσουν.

Σαν κλέφτη τον συλλάβανε και σαν ληστή τον πάνεκαι σαν κακό κατάδικο πάνε να τον σταυρώσουν.

Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της

τις προσευχές της έκανε για τον Μονογενή της,

Σώνε μάνα μ' οι προσευχές, σώνε και σι μετάνοιεςΤον γυιό σου τον επιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε.

- Χαλκιά, Χαλκιά, κάνε καρφιά, κάνε τρία πηρόνια,

και κείνος α παράνομος βαρεί και κάνει πέντε.

- Εσύ Χαλκιά που τάκανες πρέπει να μας διατάξεις.- Βάλτε τα δυό στα χέρια του, τα δυο στα δυο του πόδια,Το πέμτο το φαρμακερό, βάλτε του στην καρδιά του,

να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.Κι η μάνα του σαν τ' άκουσε, έπεσε και λιγώθη.Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσκο,

και πέντε με ροδόσταμο για νάρθει ο λογισμός της.Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της

ζητά μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει,

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το Μονογενή της .

- Εσύ μητέρα αν σφαγείς, σφάζονται οι μάνες ούλες.

Εσύ μητέρα αν γκρεμιστείς, γκρεμιώνται οι μάνες ούλες.

Βάνε κρασί μέσ' στο γυαλί κι αφράτο καπσιμάδι,να κάνω την παρηγαριά να έχουνε μανάδες.

(από το χωριό Αγία Άννα Ευβοίας)


Σήμερο μαύρος ουρανός
σήμερο μαύρη μέρα
Σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται
Σήμερον έβαλαν βουλή
οι άνομοι Εβραίοι
Οι άνομοι και τα σκυλιά,
οι τρισκαταραμένοι.

Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
Να λάβει δείπνο μυστικό
για να τον λάβουν όλοι
Κι η Παναγία η Δέσποινα κάθουντο μονασή της
Τις προσευσές της έκανε
για τον Μονογενή της
Φωνή εξήλθε απ’ ουρανού
κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα.

“Σώνουν, Κυρά μου, οι προσευχές σώνουν και οι μετάνοιες
και τον ιόν σου ψάσαντο
και στου χαρσά τον πάνε.

Σαν κλέφτη τον ηψάσασι
και σα φονιά τον μπάσι
μπρος στου Πιλάτου τις αυλές,
εκεί τον τυρρανάσι.

Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε,
έπεσε κι’ λιγωθεί,
σταμνί νερό της ρίξανε,
τρία κανάτια μόσχο
και τρία με ροδόσταμο, για να’ ρθει
ο λογισμός της…………

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου